ευκαμψία


ευκαμψία
[эфкампсиа] ουσ. Θ. гибкость.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ευκαμψία" в других словарях:

  • εὐκαμψίᾳ — εὐκαμψίᾱͅ , εὐκαμψία flexibility fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευκαμψία — η (ΑΜ εὐκαμψία) [εύκαμπτος] η ιδιότητα τού εύκαμπτου, η ευλυγυσία νεοελλ. η ενδοτικότητα, η αστάθεια («ευκαμψία χαρακτήρα») αρχ. (για φωνή) πλαστικότητα …   Dictionary of Greek

  • ευκαμψία — η ευλυγισία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐκαμψίας — εὐκαμψίᾱς , εὐκαμψία flexibility fem acc pl εὐκαμψίᾱς , εὐκαμψία flexibility fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βενζινάκατος — Ταχύ σκάφος μικρού εκτοπίσματος, εφοδιασμένο με έναν ή δύο κινητήρες εσωτερικής καύσης. Τα κριτήρια και τα υλικά για την κατασκευή των β. είναι όμοια με αυτά που εφαρμόζονται για άλλα πλωτά μέσα μικρών διαστάσεων. Το μεγαλύτερο μέρος του σκάφους… …   Dictionary of Greek

  • γούνα — Δέρμα μαστοφόρου που το τρίχωμά του γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως ένδυμα καθώς και για φοδράρισμα ή στόλισμα ενδυμάτων. Η γ. είναι συνήθως πιο σκούρα στην πλάτη παρά στα πλευρά ή στην κοιλιά του ζώου. Συνήθως στις …   Dictionary of Greek

  • γυμναστική — Το σύνολο των ασκήσεων που αποβλέπουν στην ανάπτυξη του σώματος και στην καλλιέργεια των ικανοτήτων του. Η γ. θεωρείται επιστήμη, όταν εξυπηρετεί θεραπευτικούς και διδακτικούς σκοπούς. Η γ. αν και αποτελεί τμήμα της φυσικής αγωγής, διαφέρει από… …   Dictionary of Greek

  • ελαστικό — Φυτική ύλη που προέρχεται από έκκριση ορισμένων δέντρων· με την κατάλληλη επεξεργασία αποκτά ιδιότητες, χάρη στις οποίες γίνεται υλικό με ευρύτατες εφαρμογές. ε. κόμμικαουτσούκ. Ουσία που προέρχεται από την πήξη φυτικού γαλακτώδους χυμού. Υπάρχει …   Dictionary of Greek

  • ευκάμπεια — εὐκάμπεια, ἡ (Α) [ευκαμπής] ευκαμψία, ευστροφία …   Dictionary of Greek

  • ευλυγισία — και ευλυγιστία, η [ευλύγιστος] η ιδιότητα τού ευλύγιστου, ευκαμψία, λυγεράδα …   Dictionary of Greek